Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Ευρασιατο-Ατλαντικές* Σχέσεις Α' ( Περίπτωση "Ουκρανία" )

Τα Μ.Μ.Ε. προσπαθούν και πετυχαίνουν, εν πολλοίς, να περάσουν στην κοινή γνώμη ότι η διακυβέρνηση Ομπάμα από το ερχόμενο έτος θα φέρει ριζοσπαστικές αλλαγές στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική.

Έχει, όμως έτσι η κατάσταση; Αποτελεί η εξωτερική πολιτική ενός κράτους αυτοτελές δημιούργημα του εκάστοτε κυβερνώντος; Για τα πληρωμένα δημοσιογραφικά "παπαγαλάκια",
η απάντηση όπου καταλήγουν ελαφρά τη καρδία είναι καταφατική.

Στον πραγματικό κόσμο, ωστόσο, των διεθνών σχέσεων ( ή αλλιώς, "στον κόσμο των πραγματικών διεθνών σχέσεων" ) κάθε εξωτερική πολιτική υπαγορεύεται από τα εκάστοτε γεωγραφικά δεδομένα. Η πολιτικές προτεραιότητες τίθενται από την φυσική γεωγραφική ουσία του Χώρου. Το περιθώριο που απομένει στην λήψη πρωτοβουλίων ενός ηγέτη αφορά, και όχι πάντοτε, την σειρά ιεράρχησής τις.

Η "παραδοσιακή" αγγλοσαξωνική γεωπολιτική "σχολή", με "πρωτομάστορα" τον Μακίντερ, τόνιζε ανέκαθεν την αποφασιστικότητα που θα έπρεπε να επιδεικνύει η εκάστοτε ατλαντική Δύναμη για τον έλεγχο της περιφέρειας της Καρδιογαίας, τoν "Δακτύλιο".

Ο Δακτύλιος είναι εκείνη η πλανητική επιφάνεια, που περιβάλλει την μεγάλη ηπειρωτική ευρασιατική Δύναμη, την Ρωσσική Ομοσπονδία, από την ανατολική Ευρώπη ως τις κεντρικοασιατικές πρώην Σ.Σ.Δ.

Ο Μπζρεζίνσκι, που μέχρι το περασμένο θέρος ανήκε και τυπικά στο επιτελείο συμβούλων του καινούριου Αμερικάνου Προέδρου, ακολουθώντας πιστά την μακιντερική γεωπολιτική σκέψη,
ομολογεί κυνικά ότι χωρίς την Ουκρανία, για την οποία τόσο πιέζουν οι Η.Π.Α. να προσχωρήσει στο δικό της μπλοκ ισχύος, κάθε βούληση τής Ρωσσίας να καταστεί πραγματικά ισχυρή είναι μάταιη. Προς το παρόν πάντως, η Ρωσσία φέρεται να επανακτά τον πρωταγωνιστικό της ρόλο σε επιρροή στα, αποκαλούμενα από τον ίδιον, "ευρασιατικά Βαλκάνια", που αποτελούν έναν εξίσου σημαντικό τομέα του Δακτυλίου.

Η επιτυχής ρωσσική παρέμβαση του περασμένου Αυγούστου στον Καύκασο, έδωσε ένα ακόμα μήνυμα για το ποιος πραγματικά έχει την πολυτέλεια άσκησης σκληρής ισχύος στην ευρύτερη περιοχή, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το εύρος στρατηγικών επιλογών από τις ηγετικές ελίτ των γύρω κρατών. Όπως και για τα όρια της Δύσης να παρέμβουν αποφασιστικά υπέρ των συμμάχων τους, και κυρίως των Η.Π.Α., μπροστά σε μια ανανεωμένης αυτοπεποίθησης Ρωσσία.

Τα πράγματα στην Ουκρανία είναι ακόμα αρκετά ρευστά, από την άλλη πλευρά. Μολόνοτι ο πρόεδρος της χώρας έχει ακόμα λίγους μήνες ζωής ως Πρόεδρος της χώρας, εντούτοις, δεν είναι διόλου αμφίβολο τα ατλαντικά συμφέροντα να τον χρησιμοποιήσουν, όντας μαριονέτα τους, όπως τον ομόλογό του Γεωργιανό, για να αποσταθεροποιήσουν την ευρύτερη περιοχή, και μάλλον όλον τον κόσμο, δεδομένης της γεωστρατηγικής σπουδαιότητάς της.

Και αυτό, δεν είναι καθόλου δύσκολο να ξεκινήσει, με εντολή του αμερικανοελεγχόμενου πράκτορα Γιουτσένκο, άμα τη λήψει μίας τέτοιας απόφασης από τα υπερατλαντικά κέντρα καθοδήγησής του. Ήδη έχουν διαρρεύσει διεθνώς στον τύπο ότι ουκρανικές νεοφασιστικές ομάδες, απόγονοι συνεργατών των Ναζί κατά τον Β' Π.Π., είναι σε αναμονή ανάληψης δράσης κατά στόχων ρωσσικών συμφερόντων.

Η Ρωσσία προσέχει να μην πέσει στην παγίδα αυτήν, έχοντας υπόψη κάθε ενδεχόμενο προβοκάτσιας. Μια μεγαλορωσσική παρέμβαση στην χώρα του αδελφού λαού των Μικρορώσσων, την Ουκρανία, ακόμα και αν αποτελέσει μια στρατιωτική επιτυχία (που σίγουρα δεν θα είναι μικρή σε άμεσο κόστος) , θα έχει ενδεχομένως πολύ μεγαλύτερο κόστος στρατηγικά, μεσοπρόθεσμα. Και βέβαια, δεν μπορούμε να διανοηθούμε το μέγεθος των επιπτώσεων παγκοσμίως σε μια τέτοια σεναριακή περίπτωση.



* Ο όρος "Ευρασιατο-Ατλαντικές Σχέσεις" είναι μάλλον προτιμότερος από τον "Ρωσσο-Αμερικανικές", διότι, μολόνοτι αφορούν κατά κύριο λόγο τις Ρωσσία - Η.Π.Α. , εντούτοις, στην πραγματικότητα, αυτές οι χώρες αποτελούν καθεμία κέντρο ενός πυρήνα, όπου ,γύρω από τον καθένα λειτουργούν επικουρικά συμμαχικές χώρες τις.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

Ο παράγων "Ρωσσία" στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις

Η Τουρκία θεωρείται, και πράγματι είναι, ως η βασικότερη συμμετρική απειλή για τα ελληνικά ενδιαφέροντα.
Και αυτό δεν αποτελεί τόσο μια στείρα εθνικ-ιστικ-ή φαντασίωση, όσο μια υπαρκτή, γεωπολιτικών θεμελίων, πραγματικότητα.

Στην Τουρκία, τον τελευταίο καιρό, λαμβάνει χώρο μια σύγκρουση δύο μεγάλων πολιτικών πόλων, μεταξύ υποστηρικτών της ισλαμοποίησης της χώρας και υποστηρικτών της διατήρησης του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους.
Οι μεν πρώτοι εκπροσωπούνται από το εν κυβερνήσει κόμμα, το ΑΚΡ, οι έτεροι δε, από διάφορα σεκουλαριστικής υφής κόμματα, αν και θα μπορούσαμε να αποδώσουμε την πρωτοκαθεδρία στο ατατουρκικής ίδρυσης Ρεπουμπλικανικό, που είναι σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης.

Ωστόσο, η σύγκρουση αυτή έχει αντίκτυπο και στον τρόπο θεώρησης των τουρκικών ενδιαφερόντων, άρα, κατεπέκταση, και στον τρόπο ιεράρχησης των προτεραιοτήτων στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Οι ισλαμιστές του ΑΚΡ έχουν την στήριξη της Δύσης, Η.Π.Α. και Ε.Ε. Από την άλλη, κύριες και μη κομματικές δυνάμεις του Κέντρου και της Αριστεράς, έχουν αναπτύξει μια λιγότερη φιλική, μέχρι και καθαρά εχθρική, θέση, όσον αφορά την διατήρηση του βάθους των, ως τώρα, συμμαχιών με την ατλαντική Δύση. Με τις τελευταίες δυνάμεις, βρίσκεται κοντά και η πλειονότητα της τούρκικης στρατιωτικής γραφειοκρατίας.

Στις πολιτικές οργανώσεις σεκουλαρικών αξιών, έχει κερδίσει έδαφος η άποψη ότι η Τουρκία οφείλει να προβεί σε ριζική αναθεώρηση των συμμαχιών της, εγκαταλείποντας την τωρινή θέση της στην Ατλαντική Συμμαχία, αναπτύσσοντας περισσότερο βαθειές σχέσεις με την μεγάλη ευρασιατική υπερδύναμη, την Ρωσσία.

Όποιο στρατηγικό προσανατολισμό μεταξύ των ανωτέρω και αν καταλήξει να επιλέξει η Τουρκία, η πολιτική γεωγραφία της, πάντοτε θα την φέρνει να συντηρεί τάσεις βλαπτικές και επικίνδυνες για την Ελλάδα.Και όσο περνάει ο καιρός, η πλάστιγγα ισχύος μεταξύ των δύο χωρών γέρνει υπέρ της.

Οι Η.Π.Α. δεν θα επιλέξουν σε καμμία περίπτωση να λειτουργήσουν σε βάρος των τουρκικών συμφερόντων, αν αυτά στραφούν ενεργά εναντίον των ελληνικών, είτε η Τουρκία παραμείνει στο αγγλοσαξωνικό άρμα, είτε περάσει αποφασίσει να ακολουθήσει το ρωσσικό. Και αυτό, γιατί στην πρώτη περίπτωση, οι Η.Π.Α. δεν θα έχουν την θέληση, ούτε και την ισχύ να δράσουν επιθετικά προς έναν στρατηγικό, στρατιωτικό και οικονομικό, σύμμαχο της Ρωσσίας.
Στην περίπτωση δε, που η Τουρκία παραμείνει σύμμαχος των Η.Π.Α., οι τελευταίες δεν θα αντιδράσουν δυναμικά εναντίον της, αν αυτή στραφεί ενεργητικά κατά της Ελλάδας, ακόμα και αν η Ελλάδα παραμείνει σύμμαχος των Η.Π.Α. Η εμπειρία του Κυπριακού έχει καταδείξει πολλά για την συμπεριφορά των Η.Π.Α. σε μια τέτοια περίπτωση.

Η Ελλάδα βελτιώνει τις σχέσεις της με την Τουρκία, αποτρέποντας έναν πόλεμο, αν όχι απλά μια σοβαρή κρίση, αν καταστεί σύμμαχος της Ρωσσίας.

Στην περίπτωση που η Ελλάδα καταστεί σύμμαχος της Ρωσσίας, ενώ η Τουρκία παραμείνει σύμμαχος των Η.Π.Α., η Τουρκία δεν θα τολμήσει να προκαλέσει την Ρωσσία παραταύτα. Το είδαμε στην περίπτωση του "πολέμου των 5 ημερών", όπου η Γεωργία, χώρα στενά υποστηριζόμενη από Τουρκία, πέρα των Η.Π.Α., δεν έλαβε καμιά ουσιαστική βοήθεια από την Άγκυρα στην δύσκολη στιγμή της ρωσσικής παρέμβασης σε εδάφη της.

Στο σενάριο δε, όπου Ελλάδα και Τουρκία καταστούν συμμαχικές χώρες της Ρωσσίας, η Ρωσσία δεν θα επιτρέψει, ή μάλλον θα αποτρέψει ντεφάκτο, κάθε δυνητική ελληνο-τουρκική σοβαρή κρίση, διότι δεν θα έχει πραγματικό συμφέρον να υποστηρίξει περισσότερο την Τουρκία από όσο την Ελλάδα.

Για μια Ρωσσο-Ελληνική Συμμαχία (Β')

Η ελληνική συμμετοχή στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εξαιρετικά αμφίβολη για την ουσιαστική διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού έθνους-κράτους,ειδικότερα σε στιγμές κρίσεως.
Καταρχήν,πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη ότι η Ε.Ε. δεν αποτελεί
πραγματικό παίκτη του διεθνούς συστήματος. Κάθε αναφορά σε "δράση
της Ε.Ε." αφορά, είτε πρωτοβουλίες του Ηνωμένου Βασιλείου, είτε της Γαλλίας ή/και Γερμανίας, αμφότερες θωρούμενες ως "γαλλογερμανικός άξονας",λόγω της σε μεγάλο βαθμό κοινότητας δράσης τις.
Με τις πρωτοβουλίες του Η.Β. συντάσσονται, κυρίως, οι χώρες της, κατά Ντ.
Ράμσφελντ, "Νέας Ευρώπης". Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό ως "ατλαντι-στι-κή Ευρώπη", τον δε γαλλο-γερμανικό άξονα ως "ηπειρωτική Ευρώπη".

Το σημαντικότερο τελευταίο γεγονός που σημάδεψε την Ε.Ε. ως ανίκανη να χρησιμοποιήσει μέσα "σκληρής ισχύος" για ένα κοινό σκοπό, με αποτέλεσμα τον έντονο διχασμό της, ήταν η αμερικανοκίνητη εκστρατεία για την "Ιρακινή Ελευθερία", το 2003.

Αυτό καταδεικνύει, όμως, και κάτι άλλο. Την ισχνή βούληση Γαλλίας-Γερμανίας να κάνουν χρήση σκληρής ισχύος σε βάρος των αγγλοσαξωνικών επιλογών, όταν οι τελευταίες αποφασίσουν να παρεμβούν δραστικά υπέρ των συμφερόντων τους.

Όσο η ηπειρωτική Ευρώπη των Φραγκο-Τευτόνων δεν προχωρά την πολιτική εμβάθυνση της Ε.Ε., με στόχο την δημιουργία ενός μεγάλου ομοσπονδιακού ευρω-κράτους, στο οποίο, βέβαια, θα πρέπει να επιλέξει να μετέχει και η Ελλάδα, μέχρι τότε αυτή δεν γίνεται να υπολογίζει σε μια στρατιωτική κάλυψη των συμφερόντων της από τις χώρες πυρήνα της Ε.Ε.

Για μια Ρωσσο-Ελληνική Συμμαχία (Α')

Η Ελλάδα, με το πέρας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και το τέλος του Εμφυλίου, πέρασε στην σφαίρα επιρροής της δυτικής κυρίαρχης δύναμης,
των Η.Π.Α.


Καλώς ή κακώς, έτσι έγινε.Ωστόσο, μάλλον είναι καιρός να υπάρξει μια κριτική από την ελληνική ηγετική ελίτ στο κατά πόσο πλέον η Ελλάδα πρέ-
πει να παραμείνει αυστηρά εντεταγμένη-υποταγμένη στο ευρωατλαντικό πλαίσιο θεσμών και, συγκεκριμένα, στο ΝΑΤΟ.





Το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε φάση ριζικής ανασύνθεσης από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και την πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο.


Από τότε που τα ηνία της εξουσίας ανέλαβε στην Ρωσσική Ομοσπονδία ο Βλ. Πούτιν, αυτή μπήκε σε τροχιά ταχείας αναβάθμισης του διεθνούς της ρόλου. Αυτό, φυσικά, οφείλεται κατά βάσιν στην γεωγραφία της και δεν πρέπει να αποδίδεται σε στενά ανθρωποκεντρικά κριτήρια, δηλαδή, αποκλειστικά και μόνο, στις επιθυμίες ενός ατόμου, όσο χαρισματικού και αν αυτό είναι. Η εφιαλτική, για τον (πρώην) σοβιετικό λαό, περίοδος διακυβέρνησης Γιέλτσιν δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί επί μακρόν στην χώρα αυτή. Ακόμα και αν δεν υπήρχε ο Πούτιν, πάλι ένας "Πούτιν" θα ερχόταν στην κεφαλή του ρωσσικού κράτους (οι "ψυχολογίστικες" αναλύσεις που συνηθίζουν να κάνουν "διεθνολογούντες" δημοσιογράφοι - ή και κάποιοι "δημοσιογραφούντες" διεθνολόγοι - είναι το λιγότερο, ανεπαρκείς για μια προσπάθεια σοβαρής ανάλυσης της διεθνούς πραγματικότητας, καθώς αγνοούν επιδεικτικά τις γεωγραφικές παραμέτρους μιας δύναμης που σε βάθος είναι οι σπουδαιότερες σε αξία ) .



Η Ρωσσία έχει αρχίσει να σχηματίζει ένα πλανητικό δίκτυο συνεργασιών και συμμαχιών, με διάφορες χώρες, σε ζητήματα χαμηλής και υψηλής πολιτικής. Εντούτοις, αυτές καλύπτονται από θεσμικές "ταμπέλες" μόνο σε ό,τι αφορά όμορες χώρες ( τέως Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες και
Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ), λ.χ., Συλλογικό Σύμφωνο Ασφαλείας, Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η περίπτωση της Βενεζουέλας του Τσάβες και της Λιβύης, τελευταία, δεν είναι επίσης σημαντικές.



Βραχυπρόθεσμα, για την Ελλάδα, ακόμα και αν το επιθυμούσε, δεν διαφαίνεται άμεση δυνατότητα συμμετοχής της σε κάποιον επίσημο, θεσμοθετημένο, φορέα εντός του οποίου θα αναπτυσσόταν μια ρωσσο-ελληνική συμμαχία. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να αποθαρρύνει στο να σχηματιστεί μέσα σε ένα πλαίσιο διμερών επαφών, θέτοντας έτσι μελλο-
ντικές βάσεις και για μια επισημοποίησή της σε μια ιδανικότερη περίοδο.



Η αμερικάνικη πολιτική στα Βαλκάνια, κατά τα πρώτα έτη της μεταψυχροπολεμικής εποχής, έφεραν μεγάλο αιματοκύλισμα στην περιοχή, μολονότι σαν "ηθικός αυτουργός" αυτού του γεγονότος δικαιούται να θεωρηθεί η Γερμανία.

Θεωρείται ότι η αγγλοσαξωνική υπερδύναμη παρενέβη στρατιωτικά στην περιοχή, με απροθυμία στην αρχή, για να καλύψουν το λεγόμενο "κενό ασφαλείας" που αδυνατούσε να καλύψει η Γερμανία στην οποία ανήκε η πρωτοβουλία διαμελισμού της Γιουγκοσλαβίας, μια Γερμανία που πίστεψε
ότι είχε φτάσει ο καιρός να επανακτήσει την επιρροή της στην Μεσευρώπη.



Ο όρος "κενό ασφαλείας" είναι, εν πολλοίς, κενού περιεχομένου, εν προκειμένω. Αν και δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι σκέφτονταν οι πρωτοστάτες για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης στην περιοχή από τις Η.Π.Α., ανατρέχοντας στο "Δημοκρατικά Ιδεώδη" του βρεταννού γεωπολιτικού Μακίντερ, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι συνιστά στην αγγλοσαξωνική δύναμη της εποχής να έχει υπό έλεγχο την νοητή λωρίδα γης που αποτελεί ο χώρος ανατολικότερα της Γερμανίας και δυτικότερα της Ρωσσίας, ξεκινώντας από τον φινλανδικό βορρά μέχρι τον ελληνικό νότο.
Και πώς θα γινόταν να επιτευχθεί αυτό; Τεμαχίζοντάς την σε όσο δυνατόν περισσότερα μικρά και αδυνάμα κράτη, τοις τύποις μόνον "κυρίαρχα και ανεξάρτητα".



Η ελληνική ηγεσία οφείλει να έχει πάντοτε υπόψη της το μέλλον της χώρας, πέραν των μικροπολιτικών της συμφερόντων.Η ένταξη τής Ελλάδας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς δεν διασφαλίζει επουδενί μεσοπρόθεσμα την εδαφική, και όχι μόνον, ακεραιότητα της χώρας από μια αποφασισμένη Αμερική που θα θελήσει να αναπτύξει περαιτέρω μια μακιντερικής έμπνευσης στρατηγική. Η θρακική περιφέρεια της χώρας αποτελεί ένα
εύστοχο παράδειγμα μιας πιθανής τέτοιας κίνησης στην οποία θα συνεργήσει άμεσα η Τουρκία. Δεν πρέπει, συν τοις άλλοις, να υποτιμάται και ο αλβανικός παράγοντας που έχει αποκτήσει μια τέτοια δυναμική στα δυτικά Βαλκάνια,που, αν η Αμερική επιτρέψει, για τον ίδιο λόγο, να δημιουργηθεί θέμα ανακίνησης "απελευθέρωσης της Τσαμουριάς" τότε, δεν αποκλείεται να βρεθεί το ελληνικό κράτος προ δυσάρεστων εξελίξεων για την ομαλή επιβίωσή του.